γρῦλος

γρῦλος, later [full] γρύλλος, Hsch., ,
A pig, porker, Plu.2.986b, Zonar.
2 = γόγγρος, Diph.Siph. ap. Ath.8.356a, Nic.Fr.122.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γρῦλος — pig masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γρύλος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρύλος — I (gryllus).Κοινή ονομασία για διάφορα είδη πηδητικών ορθοπτέρων πτηνών, της οικογένειας των γρυλιδών. Ο γ. ο αγροτικός,διαδεδομένος στη δυτική Ασία, σε όλη την Ευρώπη και στη βόρεια Αφρική, είναι μαύρος, στιλπνός, με σκούρα έλυτρα και σκάβει στο …   Dictionary of Greek

  • γρύλος — [филос] ουσ. а сверчок …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γρύλος — ο 1. το τριζόνι: Τις νύχτες στο νησί ακούγαμε το τραγούδι του γρύλου. 2. είδος μοχλού για την ανύψωση των τροχών του αυτοκινήτου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γρῦλον — γρῦλος pig masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γρύλον — Γρύλος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γρύλου — Γρύλος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γρύλων — Γρύλος masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γρύλῳ — Γρύλος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρύλλος — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ένας από τους συντρόφους του Οδυσσέα, που μεταμορφώθηκε σε χοίρο από την Κίρκη και αρνήθηκε έπειτα να επιστρέψει στην ανθρώπινη μορφή του. II Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Ο πατέρας του Αθηναίου ιστορικού Ξενοφώντα (4ος αι. π …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.